Δημοκρατία, νεολαία, Universal Basic Capital, και ποια φρουτάκια πληρώνουν
Ένα προσωπικό κείμενο για την οικονομία, την απώλεια εμπιστοσύνης και τη νέα γενιά που ψάχνει σταθερότητα σε ένα παιχνίδι χωρίς ξεκάθαρους κανόνες.
Οι εκλογές δεν είναι η δημοκρατία. Οι εκλογές είναι εργαλείο της δημοκρατίας.
Αν είναι να κρατήσω μία φράση από το φετινό Athens Democracy Forum, το οποίο έλαβε χώρα τον Οκτώβρη, είναι ακριβώς αυτή. Σε συζητήσεις γύρω από τον Αριστοτέλη, την τέχνη, την δημοκρατία και τις προσπάθειες που γίνονται από κοινωνίες σε όλο τον κόσμο για την εγκαθίδρυση της, κάτι τόσο προφανές ακούστηκε τόσο προκλητικό, φρέσκο, σημαντικό. (Εδώ, το κεντρικό report του φετινού ADF, όπως το σχεδίασε η φίλη Melina Dunham).
Έχουμε μία κακή συνήθεια στην Ελλάδα: να λαμβάνουμε τη δημοκρατία μας ως δεδομένη. Ενδεχομένως αυτό προκύπτει και από τη συλλογική μας προσπάθεια να εστιάζουμε στο αρχαίο παρελθόν της χώρας, παρά στο πρόσφατο, κατά το οποίο η δημοκρατία μας δεν είχε να κάνει τίποτα με “Πνύκες”, συνελεύσεις, άμεση δημοκρατία, παρά με τανκς, νοθευμένες εκλογές και δημοψηφίσματα, βία, θάνατο και διαφθορά.
Έχω προσπαθήσει να μιλήσω για το συλλογικό κακό που έχει προκαλέσει το κόλλημά μας με την αρχαία ιστορία, την ίδια ώρα που αρνούμαστε επιδεικτικά να διδάξουμε, να διαβάσουμε, να συζητήσουμε τη νεότερη. Αυτή δηλαδή που έχει άμεση σχέση με το πως η δημοκρατία μας έχει διαμορφωθεί τους τελευταίους δύο αιώνες.
Δεν θα μπω σε κλισέ γύρω από το “όποιος δεν διαβάζει την ιστορία είναι καταδικασμένος να την επαναλάβει”, αλλά αυτό για το οποίο θα ήθελα να γράψω σήμερα, είναι η σχέση μας -ως νέα γενιά- με τους θεσμούς.
(Μου προκαλεί ένα cringe το να μιλάω κάθε φορά ως “εκπρόσωπος της Gen Z” -υπάρχει κυριολεκτικά ένα ολόκληρο podcast στο οποίο δίνω συνέντευξη με αυτή την ιδιότητα).
Μελέτησα με ενδιαφέρον την πρόσφατη έρευνα “Unmute Democracy” του Eteron και του Vouliwatch, που εξερευνούσε τη σχέση των ελλήνων με τη δημοκρατία και τους θεσμούς (shout out στον Antonis Galanopoulos, κύριο ερευνητή της δουλειάς αυτής). Ιδιαίτερη έμφαση έδωσα στα νούμερα που αφορούσαν στους νέους (17-34 ετών), τα οποία μας παρέχουν μία αρκετά σημαντική και ενδιαφέρουσα εικόνα σχετικά με το τι πιστεύει η παραπάνω ηλικιακή ομάδα και πως τοποθετείται γύρω από κρίσιμα ερωτήματα της εποχής μας.
Όσον αφορά την εμπιστοσύνη των νέων Ελλήνων στους θεσμούς και τη δημοκρατία, αρκεί μόνο να αναφέρουμε πως σε κλίμακα 0-10, με ερώτημα “πώς θα αξιολογούσατε τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία στην Ελλάδα σήμερα;”, η μέση τιμή των απαντήσεων δεν υπερβαίνει το 3,3/10.
Διαβάζοντας ένα πρόσφατο κομμάτι της kyla scanlon, μου έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο συλλογιστικά συνέδεσε την κακή οικονομία με την έλλειψη εμπιστοσύνης -σε θεσμούς και όχι μόνο- και την ροπή των νέων ανθρώπων σε τακτικές gamification. Βγάζει νόημα. Κάπως έτσι εξηγείται πτυχιούχος οικονομολόγος να ακολουθώ την ατομικά ανορθολογική πρακτική να παίζω φρουτάκια όσο βαράω βάρδιες στην πύλη του Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας…
Όσο λιγότερο εμπιστεύεσαι τους θεσμούς και την οικονομία ότι θα λειτουργήσουν προς το συμφέρον σου και ότι θα σε προστατέψουν, τόσο πιο πιθανό είναι να στραφείς σε προσπάθειες ατομικού πλουτισμού, ακόμα και αν αυτές είναι αρκετά παράλογες και ατομικά ανορθολογικές. Το μόνο σίγουρο είναι πως η παγκόσμια οικονομία, και δη αυτή της Παγκόσμιας Δύσης, έχει περάσει σε ένα στάδιο όπου η σκληρή δουλειά δεν συνεπάγεται απαραίτητα αξιοπρεπή διαβίωση. Οι γονείς μας, οι παππούδες μας, γνώριζαν ότι αν δουλέψεις αρκετά, θα καταφέρεις να εξασφαλίσεις κάποια βασικά. Ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, ίσως ακόμα και ένα εξοχικό. Αυτή η παραδοχή έχει καταρριφθεί. Πάνω σε αυτή την ιδέα, ότι δηλαδή ο μισθός πλέον δεν επαρκεί για να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση, έχει βασιστεί μια μεγάλη μερίδα σύγχρονων οικονομολόγων, μεταξύ των οποίων και ο Thomas Piketty1.
Ο Nils Gilman, κύριος ερευνητής του Berggruen Institute, τον οποίο είχα την τιμή να γνωρίσω πριν από λίγους μήνες, είναι ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της πρότασης για ένα Universal Basic Capital. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι ο μισθός δεν αρκεί πλέον για την εξασφάλιση οικονομικής ευημερίας και ότι τα κράτη οφείλουν να παρέχουν στους πολίτες ένα βασικό κεφάλαιο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω κρατικών fund, τα οποία θα επενδύουν τον συλλογικό πλούτο και θα επιστρέφουν στους πολίτες την υπεραξία που παράγεται.
Λίγες χώρες έχουν εφαρμόσει την ιδέα αυτή. Μία εξ αυτών είναι η Αυστραλία. Όταν τη δεκαετία του 1980 οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές έγιναν mainstream, με τη Thatcher και τον Reagan να προσπαθούν να εφαρμόσουν δογματικά τις θεωρίες του Milton Friedman, ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Αυστραλίας Bob Hawke επέλεξε έναν εναλλακτικό δρόμο. Η κυβέρνησή του ενίσχυσε και αξιοποίησε τα υποχρεωτικά συνταξιοδοτικά ταμεία, τα λεγόμενα superannuation funds, ως συλλογικό επενδυτικό κεφάλαιο, μετατρέποντας μέρος του παραγόμενου πλούτου σε μακροπρόθεσμο κεφάλαιο για όλους τους εργαζομένους. Μέσω αυτών των ταμείων, οι πολίτες δεν βασίζονταν αποκλειστικά στον μισθό τους, αλλά αποκτούσαν μερίδιο σε επενδύσεις που απέφεραν αποδόσεις. Στην πράξη, επρόκειτο για μια πρώιμη μορφή Universal Basic Capital, που ενίσχυε την οικονομική ασφάλεια και τη διαγενεακή ισότητα.

Το μόνο σίγουρο είναι πως η επάνοδος του AI δεν πρόκειται να εξομαλύνει την κατάσταση ανισότητας που ήδη βιώνουμε. Ίσα ίσα, με την αυτοματοποίηση και τη διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η αξία του μισθού θα συμπιέζεται ολοένα και περισσότερο. Όλα αυτά ενισχύουν την αίσθηση ανασφάλειας που επικρατεί ανάμεσα στους νέους ανθρώπους, οι οποίοι δεν γνωρίζουν καν πώς θα μοιάζει το εργασιακό περιβάλλον σε λίγα χρόνια. Ως αποτέλεσμα, γίνεται όλο και πιο έντονη η έλλειψη εμπιστοσύνης της νέας γενιάς στην τεχνητή νοημοσύνη, παρά την έντονη -καθημερινή πλέον- χρήση της. (Σε πρόσφατη έρευνα της Opeepl, ένας στους τρεις νέους φοβάται πως το AI θα επηρεάσει την εργασιακή του εμπειρία).
Όπως γράφει και η Scanlon, έχουμε πλέον δύο οικονομίες. Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι ζουν σε αυτή όπου επηρεάζονται λιγότερο από το AI και την μείωση της αγοραστικής δύναμης (κατέχουν ήδη πλόυτο), ενώ οι νέοι βιώνουν έντονα τα προβλήματα που αναφέρονται παραπάνω. Ως αποτέλεσμα, η εμπιστοσύνη τους προς τους θεσμούς βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, κάτι το οποίο οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο απόρριψης της δημοκρατικής διαδικασίας.
Για να μην ψυχοπλακωθούμε Δευτεριάτικα, στα καλά της ημέρας είναι πως η ίδια νέα γενιά είναι αυτή που δείχνει έτοιμη να στηρίξει προοδευτικές λύσεις και πολιτικές. Απαντώντας στην έρευνα του Eteron, το 85% των νέων ατόμων τάχθηκε υπέρ της αύξησης του αριθμού, των πόρων και των εξουσιών των ανεξάρτητων αρχών, το 93% υπέρ της ανεξάρτητης επιλογής των ανώτατων δικαστών και το 64% υπέρ της υποχρεωτικής διαβούλευσης με την Κοινωνία των Πολιτών σε επίπεδο εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.
Όλα αυτά ανοίγουν τον δρόμο για το καλωσόρισμα στην Ελλάδα, μιας συζητήσης που έχει απασχολήσει του πολιτικούς επιστήμονες ανά τον κόσμο, και έχει να κάνει με την μεταρρύθμιση της δημοκρατίας ώστε αυτή να αντιπροσωπεύει πιο ουσιαστικά το εκλογικό σώμα. Μία από τις πρακτικές που μελετούνται, είναι αυτή των Συνελεύσεων Πολιτών (citizens assemblies), για την οπία με χαρά θα κάνω rant σε επόμενο post.
Μέχρι τότε, καλημέρα και καλή εβδομάδα!
Thomas Piketty, Capital in the Twenty-First Century, trans. Arthur Goldhammer (Harvard University Press, 2014).




